Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ματαιότης

Δεν δοξάσαμε ανθρώπους, μονάχα λόχους δύσμορφων τεράτων, σαν εκείνα που στοιχειώνουν το παιδικό δωμάτιο και φωλιάζουν στις -ενήλικες πια- νεαρές ψυχές επ' άπειρον. Είναι παντού, ξέρεις.
Ψευτο-αναρχικοί και διανοούμενοι, συνδικαλιστές και συντηρητικοί, όλοι τους το ίδιο ανόητοι, το ίδιοι αφελείς.
Φθινόπωρο. Σου έχω πει ποτέ, πόσο μοιάζει με το θάνατο;
Φαντάσου λοιπόν, έναν άνθρωπο που πεθαίνει, γέρος πολύ ή νέος, και που ξέρει πως έρχεται ο χειμώνας του. Έτσι, αποχαιρετά όλα του τα φύλλα ένα-ένα και προσεχτικά, μην τυχόν και ξεχάσει κάποιο, ενώ βλέπει τον άνεμο να τ' απομακρύνει στο τέλμα του ορίζοντα. Έπειτα, ακούει τον άγγελό του να επιχειρηματολογεί και να ρητορεύει για τούτα τα φύλλα τα επίγεια, πιάνοντάς τα πάλι από την αρχή, το ένα μετά το άλλο ξεχωριστά. "Δεν αγαπήσαμε ανθρώπους, μονάχα τα πάθη μας δοξάσαμε και φτάσαμε την ηδονή στο όριο εκείνο, που σταματά η παράνοια."
Θέλω να σου ζητήσω κάτι.
Κοίταξέ με πάλι μ' εκείνα τα μάτια τα πελώρια. Μέσα τους βλέπω ωκεανούς και φώτα από νέον, διάσπαρτα στους δρόμους της ιστορίας, τους ξακουστούς. Πίστεψε σε 'μένα, όπως εγώ πιστεύω σ' αυτά τα μάτια κάθε φορά που ξημερώνει και πρέπει να κυνηγήσω το διάολο.
Μέρα με τη μέρα, τούτος ο κόσμος σκουριάζει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου